Έθιμα
Χριστουγεννιάτικα έθιμα του Ασβεστοχωρίου
Τα εορταστικά δρώμενα των Χριστουγέννων στο Ασβεστοχώρι άρχιζαν ουσιαστικά από τις 22 Δεκεμβρίου γιορτή της Αγίας Αναστασίας, οπότε οι γυναίκες καθάριζαν τα σπίτια και γι αυτό τη μέρα εκείνη την αποκαλούσαν “ξεσκονίστρα”. Την παραμονή πολλοί Ασβεστοχωρίτες πήγαιναν στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας Βασιλικών να προσκυνήσουν τη χάρη της. Μέχρι την εποχή του μεσοπολέμου πήγαιναν με τα υποζύγιά τους (άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια) ή ακόμη και με τα πόδια. Όπως έλεγαν παλιοί Ασβεστοχωρίτες, ξεκινούσαν νωρίς το πρωί, ώστε να φτάσουν αργά το μεσημέρι και αφού ξεκουράζονταν παρακολουθούσαν τον εσπερινό και κοιμόντουσαν στη μονή. Ανήμερα της γιορτής αφού παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία, επέστρεφαν στο Ασβεστοχώρι. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες συνεχίζουν να πηγαίνουν στη Μονή αλλά με τουριστικά λεωφορεία ή ΙΧ αυτοκίνητα.
Κατά την ημέρα εκείνη οι άντρες έσφαζαν το γουρούνι που αγόραζαν μικρό (περίπου 15 – 20 κιλά) το καλοκαίρι και το εξέτρεφαν αυτούς τους μήνες με αποφάγια, βελανίδια και πασπάλι, με αποτέλεσμα να φτάνει την περίοδο των Χριστουγέννων περίπου τα 120 – 150 κιλά. Κατά τον τελευταίο μήνα το τάιζαν συνήθως με καλαμποκάλευρο, προκειμένου να κάνει περισσότερο λίπος που το αξιοποιούσαν, μετά το σφάξιμο, δεόντως. Στο σφάξιμο βοηθούσαν συνήθως κι άλλοι άνδρες, συγγενείς, φίλοι ή γείτονες επειδή ήταν δύσκολη… δουλειά και χρειαζόταν δύναμη για την ακινητοποίηση του ζώου αλλά και… χέρια στη συνέχεια για το καθάρισμά του. Παλιότερα κυκλοφορούσε σαν ‘ανέκδοτο’ η περίπτωση ενός γουρουνιού που δεν κατάφερε ο ιδιοκτήτης του να το ακινητοποιήσει πλήρως την ώρα που προσπάθησε να το σφάξει, του ξέφυγε και έτρεχε μουγκρίζοντας να σωθεί στα στενά του χωριού, με το μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό του… Γιαυτό χρειάζονταν κυρίως πολλά χέρια.
Το σφάξιμο του γουρουνιού ήταν σαν μια γιορτή για όσους συμμετείχαν σ’ αυτό, αφού πλαισιώνονταν από οινοποσία, ενώ οι νοικοκυρές κερνούσαν ό,τι φαγώσιμο συνοδευτικό μεζέ διέθεταν, όπως τουρσί, ελιές και τυρί αν υπήρχε. Οι πιο καλοί όμως μεζέδες προέρχονταν από το σφαγμένο ζώο, από το οποίο έκαναν τηγανιές. Πιο νόστιμα από οτιδήποτε άλλο όμως, ήταν τα “τσιγαρίδια”. Επρόκειτο για κομματάκια ψαχνού κρέατος, που βρίσκονταν μέσα στο λίπος του γουρουνιού, το οποίο αφού έλιωναν ζεσταίνοντάς το σε υψηλή θερμοκρασία, το στράγγιζαν και έμεναν τα “τσιγαρίδια” τα οποία τηγάνιζαν.
Στη συνέχεια το λίπος το άφηναν να ξαναπαγώσει και το διατηρούσν σε τενεκέδες ή κιούπια και το χρησιμοποιούσαν σαν βούτυρο στη μαγειρική, για πίτες ή για την παρασκευή γλυκισμάτων τα οποία μοσχοβολούσαν.
Έθιμα της παραμονής
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, σε όλα τα σπίτια έτρωγαν νηστήσιμα με κυρίως πιάτο τη φασολάδα και ο γηραιότερος άνδρας της οικογένειας πριν από το φαγητό θύμιαζε το τραπέζι και όλο το σπίτι. Το έθιμο αυτό τηρείται ακόμη στο Ασβεστοχώρι.
Αφού έτρωγαν, ένας από τους γονείς ή τις γιαγιάδες ή παππούδες αποσπούσε για λίγο την προσοχή των παιδιών και κάποιος άλλος έριχνε λίγο νερό στο τζάκι και στη συνέχεια έλεγε πως “κατούρησε ο καλλικάντζαρος”, εξάπτοντας τη φαντασία των παιδιών και δίνοντας την ευκαιρία στους πιο ηλικιωμένους να πούνε κάποια σχετικά παραμύθια…
Από τη δεκαετία του ’60, στη 1 περίπου τα ξημερώματα των Χριστουγέννων, άνδρες και γυναίκες της χορωδίας του χωριού συγκεντρώνονται και “περιφέρονται” στους δρόμους του χωριού και ψάλλουν στις γειτονιές το “Χιόνια στο Καμπαναριό”. Η χορωδία αφού γυρίσει όλες τις γειτονιές καταλήγει στις 5 το πρωί στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπου αφού το ψάλλει για τελευταία φορά τα μέλη της πάνε και προσκυνούν τη “Γέννηση του Χριστού”. Την ώρα εκείνη αρχίζει και η θεία λειτουργία των Χριστουγέννων.
Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί κάτοικοι παρά την προχωρημένη ώρα ξαγρυπνούν και κερνούν στα μέλη της χορωδίας, διάφορα οινοπνευματώδη ή ζεστά ροφήματα για να ζεσταθούν, μιας και η θερμοκρασία συνήθως είναι κοντά ή κάτω από το “μηδέν” και διάφορα εδέσματα.
Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι
Το χοιρινό με πρασοσέλινο ήταν το κυρίως φαγητό των Χριστουγέννων στα περισσότερα σπίτια. Σε άλλα, των οποίων οι νοικοκύρηδες εξέτρεφαν κότες και γι αυτούς ίσως το χοιρινό ήταν “πολυτέλεια” έκαναν κοτόσουπα και κοτόπουλο ψητό. Κοτόσουπα μαγείρευαν και έτρωγαν συνήθως μετά τη θεία λειτουργία των Χριστουγέννων και όσοι νήστευαν, ώστε να μην τους πέσει το κυρίως φαγητό ‘βαρύ’ μετά από τόσες μέρες νηστείας, όπως έλεγαν.
Απαραίτητοι στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν και οι λαχανοσαρμάδες που συμβόλιζαν το “σπαργάνωμα” του Χριστού από την Παναγία.
Νίκος Γιώτης
Στα τραγούδια της ξενιτιάς είναι αφιερωμένη η δεύτερη χειμωνιάτικη εκδήλωση με τίτλο: “Ασβεστοχωρίτικα 2016”, που διοργανώνει το προσεχές Σάββατο 26 Νοεμβρίου ο Μουσικοχορευτικός Λαογραφικός Σύλλογος Ασβεστοχωρίου.
Η φετινή εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην Κοινοτική Αίθουσα Ασβεστοχωρίου και θα αρχίσει στις 7.30 το απόγευμα.
Υπενθυμίζεται ότι η περσινή πρώτη εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στις ντόπιες παραδοσιακές φορεσιές (http://www.asvestohori.gr/?p=5621), μεταξύ των οποίων και η βραβευμένη ασβεστοχωρίτικη παϊζάνικη φορεσιά η οποία είναι μεταξύ εκείνων που κοσμούν τις μόνιμες εκθέσεις του Λαογραφικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, του Λυκείου Ελληνίδων και του Μουσείου Μπενάκη (Αθήνα).
Η εκδήλωση είχε πλαισιωθεί από παραδοσιακά τραγούδια και χορούς του Ασβεστοχωρίου και άλλων περιοχών του Δήμου μας.

Με πρωτοβουλία του Μουσικοχορευτικού – Λαογραφικού Συλλόγου Ασβεστοχωρίου, θα αναβιώσει και φέτος στην κωμόπολή μας την Τρίτη 21 και την Τετάρτη 22 Ιουνίου, στις 9 το βράδυ το έθιμο της “τσάλμας”. Όχι βέβαια όπως παλιά, ανάβοντας φωτιές την παραμονή του Άι Γιάννη στις γειτονιές, αλλά σε μία κεντρική εκδήλωση στην αυλή των δημοτικών σχολείων, πλαισιωμένη από χορευτικά συγκροτήματα, που θα χορέψουν παραδοσιακούς χορούς.
Χάρη στην αγάπη για την παράδοση και το μεράκι των μελών του Μουσικοχορευτικού – Λαογραφικού Συλλόγου, αναβιώνει – διατηρείται το έθιμο αυτό, και μάλιστα οι διήμερες αυτές εκδηλώσεις στέφονται πάντοτε από απόλυτη επιτυχία, αν κρίνει κανείς και από τη μεγάλη προσέλευση των θεατών και τη συμμετοχή των συγκροτημάτων. Στην επίτευξη της επιτυχίας αυτής συμβάλουν σημαντικά και οι εθελοντές/ντριες μέλη και φίλοι του συλλόγου, που βοηθούν ποικιλοτρόπως στο ψήσιμο ή σερβίρισμα των εδεσμάτων που προσφέρονται στους θεατές με σκοπό την οικονομική ενίσχυση του συλλόγου.

Σύμφωνα με το τελετουργικό, στο τέλος της δεύτερης βραδιάς των εκδηλώσεων, οι διοργανωτές ανάβουν μία φωτιά και γύρω της συνεχίζεται ο χορός, όχι μόνον από τα μέλη των συγκροτημάτων αλλά από οποιονδήποτε επιθυμεί να χορέψει. Πολλοί δε, κυρίως παιδιά, πηδούν πάνω από τη φωτιά έχοντας στεφάνια στο κεφάλι τους από το φυτό που ανθίζει αυτήν την περίοδο στην περιοχή του Ασβεστοχωρίου, γνωστό ως “τσάλμα”. Τα στεφάνια αυτά μετά το τέλος των χορών, σύμφωνα με το έθιμο τα ρίχνουν στη φωτιά.
Και τις δύο ημέρες, συγκροτήματα από το Ασβεστοχώρι και από άλλες περιοχές θα χορέψουν παραδοσιακούς χορούς.
Έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας στο Ασβεστοχώρι
Όπως οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, το Ασβεστοχώρι είχε τα δικά του έθιμα ενόψει του Πάσχα, πολλά από τα οποία διατηρούνται και σήμερα.
Τη Μ. Τρίτη οι νοικοκυρές μάζευαν διάφορα χόρτα (λάπατα, τσουκνίδες, κ.α.) για τη νηστίσιμη χορτόπιτα της Μ. Πέμπτης. Το μάζεμά τους τη Μ. Τρίτη και όχι τη Μ. Τετάρτη, γίνονταν επειδή Τετάρτη «συνέλαβαν» τον Χριστό στον κήπο των Ελαιών και γι αυτό απέφευγαν οι Χριστιανοί να μπαίνουν σε περιβόλια.
Το πρωί της Μ. Πέμπτης όλη η οικογένεια μεταλάμβανε και στη συνέχεια η νοικοκυρά έβαφε τα αυγά.
Μόλις ολοκλήρωνε τη βαφή κρεμούσε ένα κόκκινο πανί στο μπαλκόνι ή σε ένα παράθυρο, που σήμαινε ότι τα είχε βάψει. Tο πανί συμβόλιζε το αίμα του Χριστού. Όσο αυτό ήταν κρεμασμένο στο παράθυρο, οι γυναίκες δεν έπλεναν ούτε άπλωναν ρούχα. Υπήρχε μάλιστα ένας άτυπος ανταγωνισμός ως προς το χρόνο που θα έβγαζαν οι νοικοκυρές το πανί, γιατί όπως έλεγαν, όσο γρηγορότερα το κρεμούσε τόσο καλύτερη νοικοκυρά ήταν.
Στη συνέχεια έτρωγαν τη χορτόπιτα.
Το βράδυ οι πιστοί παρακολουθούσαν σε κλίμα συγκίνησης, κατάνυξης αλλά και θλίψης τα 12 ευαγγέλια, την Έξοδο του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού και την αναπαράσταση του Θείου Δράματος της Σταύρωσης γεμίζοντας την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Όλο το βράδυ της Μ. Πέμπτης αρκετοί ξενυχτούσαν στην εκκλησία, δίπλα στον Εσταυρωμένο, μοιρολογώντας και μοιράζοντας, στους άλλους πιστούς, διάφορα νηστίσιμα φαγώσιμα και αφεψήματα για «συχώριο».
Τα ξημερώματα, στις 5 περίπου, σύμφωνα με το έθιμο, άρχιζαν το στολισμό του Επιταφίου, με την καθοδήγηση, επί δεκαετίες, της Λίας Κίνη και της Ασπασούλας Σπάνδου και με τη συμμετοχή πολλών πιστών. Από το 2012, ο στολισμός του επιταφίου αρχίζει τα μεσάνυχτα…
Τη Μ. Παρασκευή οι Ασβεστοχωρίτες νήστευαν αυστηρά και έτρωγαν μόνο ψωμί, ελιές, χαλβά και κρεμμυδάκια και πήγαιναν στην εκκλησία για να προσκυνήσουν τον Επιτάφιο. Τα παιδιά, αλλά και πολλοί μεγάλοι, περνούσαν κάτω από το κουβούκλιο τρεις φορές σταυρωτά “για ευλογία”, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι παλαιότεροι.
Το σούρουπο προσέρχονταν στο ναό για να ακούσουν τα εγκώμια που έψαλλε η μικτή χορωδία του χωριού (http://www.asvestohori.gr/?p=4056). Για το βράδυ αυτό, μάλιστα, οι χορωδοί προετοιμάζονταν κάνοντας πρόβες από την αρχή της σαρακοστής. Η εξαιρετική απόδοση των εγκωμίων, άλλωστε, συντελούσε ώστε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου να γεμίζει ασφυκτικά τη μέρα αυτή από πιστούς και άλλων ενοριών!
Ακολουθούσε η περιφορά του Επιταφίου στους κεντρικούς δρόμους του χωριού, σε κλίμα συγκίνησης και πένθους.
Νίκος Γιώτης
Αποκριά στο Ασβεστοχώρι
Η Κυριακή της Τυρινής, δηλαδή η τελευταία Κυριακή της αποκριάς, ήταν για τους Ασβεστοχωρίτες μέρα γλεντιού, ξεφαντώματος, αλλά και συγχώρεσης. Ήταν το αποκορύφωμα του κεφιού και της διασκέδασης που διαρκούσε ολόκληρη την περίοδο της αποκριάς κατά την οποία κυρίως οι νέες και οι νέοι, ντύνονταν καρναβάλια και χόρευαν σε καφενεία ή σε σπίτια, ενώ φορώντας τις παραδοσιακές φορεσιές του χωριού χόρευαν στην πλατεία «Μπαχτσέ» (εκεί όπου βρίσκονται από τη δεκαετία του ’70 οι πολυκατοικίες του χωριού). Κατά την τελευταία εβδομάδα της αποκριάς, μόλις σουρούπωνε, ντύνονταν καρναβάλια «κρυφά», όπως τα χαρακτήριζαν, δηλαδή κρύβοντας τα πρόσωπά τους με πανιά ή οτιδήποτε άλλο, αφού οι μάσκες ήταν δυσεύρετες τότε, και πήγαιναν σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια. Εκεί έλεγαν αστεία και χωρατά, και οι οικοδεσπότες, τους κερνούσαν χαλβά αποκριάτικο (παστάκι) ή γλυκό του κουταλιού και ποτό και προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιοι ήταν. Όταν καταλάβαιναν κάποιον έπρεπε να φανερωθεί και κάνοντας στη συνέχεια διάφορους συνειρμούς, σχετικά με την παρέα του και βλέποντας το σωματότυπο των άλλων, συχνά έβρισκαν και τους υπόλοιπους και έφευγαν για να πάνε σε άλλα σπίτια. Κάθε βράδυ οι δρόμοι γέμιζαν από δεκάδες και τα Σαββατοκύριακα εκατοντάδες μασκαράδες που όταν συναντιόντουσαν με άλλους χαιρετιόντουσαν εγκάρδια και προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιοι είναι και συνέχιζαν για τους προορισμούς τους.
Οι περισσότεροι πάντως περνούσαν και από κάποιες ταβέρνες, όπου χόρευαν για λίγο και αφού τους κερνούσαν οι ταβερνιάρηδες ή κάποιοι πελάτες, αποχωρούσαν.
Από το 2007 ορισμένοι Ασβεστοχωρίτες κάνουν μια προσπάθεια αναβίωσης του εθίμου και ντύνονται “κρυφά” καρναβάλια πηγαίνοντας κυρίως σε καφενεία αλλά και σπίτια και όπως υποστηρίζουν χαρακτηριστικά, δύσκολα πλέον οι κάτοικοι ανοίγουν τα σπίτια τους σε… μασκαράδες, εκτός αν καταλάβουν έναν από αυτούς!
![P2070045-500x666[1]](http://www.asvestohori.gr/wp-content/uploads/2014/03/P2070045-500x6661.jpg)
Κατά την προτελευταία εβδομάδα της αποκριάς, ντύνονταν «κρυφά» καρναβάλια τα παιδιά τα οποία μπορεί να μην πήγαιναν σε καφενεία αλλά έκαναν περισσότερη «φασαρία» στους δρόμους αλλά και στα σπίτια που επισκέπτονταν.
Όλα αυτά κορυφώνονταν την τελευταία Κυριακή της αποκριάς, κατά την οποία παρότι είναι της Τυρινής, και δεν έπρεπε να τρώνε κρέας, περιέργως οι Ασβεστοχωρίτες το μεσημέρι έτρωγαν κατσικάκι. Οι φούρνοι γέμιζαν από ταψιά με κατσικάκι, γιατί τότε δεν υπήρχαν ηλεκτρικές κουζίνες με φούρνους ώστε να ψήνουν οι νοικοκυρές στα σπίτια τους και το «έργο» αυτό το αναλάμβαναν οι φουρνάρηδες.
Το απόγευμα, οι νεώτεροι/ες πήγαιναν σε μεγαλύτερους, παππούδες, γιαγιάδες, θείους ή θείες τους φιλούσαν το χέρι και ζητούσαν συγχώρεση. Οι γιαγιάδες ή οι θείες ετοίμαζαν από το πρωί και τους πρόσφεραν τυρόπιτα. Το βράδυ γλεντούσαν σε ταβέρνες του χωριού και το γλέντι αυτό διαρκούσε, συνήθως, ως το πρωί. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, τα εντυπωσιακότερα γλέντια γίνονταν στο καφενείο – ταβέρνα του Θόδωρου Αδαμάκου, που βρισκόταν κάτω από το κοινοτικό χάνι, στην κεντρική πλατεία του χωριού (απέναντι από το ΚΑΠΗ), επειδή κάθε χρόνο τη μέρα εκείνη ναύλωνε μουσικούς με ζουρνάδες. Ήταν τα όργανα που εξέφραζαν τους Ασβεστοχωρίτες και τα θεωρούσαν και ήταν άλλωστε τα παραδοσιακά τους, με τα οποία χόρευαν σε γλέντια και πανηγύρια τους. Είναι χαρακτηριστικό πως για τη συγκεκριμένη βραδιά πολλοί έκλειναν τραπέζι εβδομάδες ή και μήνες νωρίτερα. Άλλοι γλεντούσαν σε σπίτια με συγγενείς ή φίλους, οι οποίοι σε όποιο σπίτι κι αν πήγαιναν έπαιρναν και δικά τους εδέσματα, ώστε να μην επιβαρυνθούν ιδιαίτερα οι οικοδεσπότες…
- Αναβίωση του εθίμου της «Χάσκας» στο ΚΑΠΗ το 1989, από τον αείμνηστο Γιώργο Γανουτάρη (Μπλατσάρα)
Όπου και αν διασκέδαζαν πάντως, έκαναν και το έθιμο της «χάσκας». Δηλαδή, έδεναν, αν βρίσκονταν στο σπίτι στην άκρη της βέργας με την οποία άνοιγαν οι νοικοκυρές φύλλα για πίτες, ενώ αν ήταν σε ταβέρνα ένα ξύλο που έφερνε η παρέα για το σκοπό αυτό, ένα σχοινί και στην άκρη του ένα παστάκι αποκριάτικου χαλβά. Ο μεγαλύτερος της παρέας ή της οικογένειας το κουνούσε μπροστά στα στόματα όλων που κάθονταν στο τραπέζι κυκλικά οι οποίοι προσπαθούσαν να το πιάσουν. Δηλαδή έχασκαν και γι αυτό ονομάστηκε «χάσκα». Όποιος το έπιανε αναλάμβανε εκείνος να κουνάει το ξύλο με το κομμάτι του χαλβά. Παλιότερα το έθιμο αυτό γίνονταν με αυγό, που μάλλον συμβόλιζε πως με το αυγό άρχιζε η νηστεία της σαρακοστής και με αυγό, το πασχαλινό, τελείωνε.
Την Καθαρή Δευτέρα οι νοικοκυρές καθάριζαν το σπίτι, έπλεναν τις κατσαρόλες για να μην έχουν λίπη, μαγείρευαν φασολάδα νηστήσιμη (χωρίς λάδι) και οι οικογένειες ξεκινούσαν τη νηστεία.
Νίκος Γιώτης
Αναζήτηση
Αρχείο
- Δεκέμβριος 2025
- Ιούλιος 2025
- Ιούνιος 2025
- Δεκέμβριος 2024
- Ιανουάριος 2024
- Σεπτέμβριος 2023
- Μάρτιος 2023
- Φεβρουάριος 2023
- Ιανουάριος 2023
- Δεκέμβριος 2022
- Ιούλιος 2022
- Μάιος 2022
- Μάρτιος 2022
- Δεκέμβριος 2021
- Ιούλιος 2021
- Μάιος 2021
- Δεκέμβριος 2020
- Σεπτέμβριος 2020
- Ιούλιος 2020
- Απρίλιος 2020
- Φεβρουάριος 2020
- Ιανουάριος 2020
- Δεκέμβριος 2019
- Νοέμβριος 2019
- Οκτώβριος 2019
- Σεπτέμβριος 2019
- Ιούλιος 2019
- Ιούνιος 2019
- Μάιος 2019
- Απρίλιος 2019
- Μάρτιος 2019
- Φεβρουάριος 2019
- Ιανουάριος 2019
- Δεκέμβριος 2018
- Νοέμβριος 2018
- Οκτώβριος 2018
- Αύγουστος 2018
- Ιούλιος 2018
- Ιούνιος 2018
- Μάιος 2018
- Απρίλιος 2018
- Μάρτιος 2018
- Φεβρουάριος 2018
- Ιανουάριος 2018
- Δεκέμβριος 2017
- Νοέμβριος 2017
- Οκτώβριος 2017
- Σεπτέμβριος 2017
- Αύγουστος 2017
- Ιούλιος 2017
- Ιούνιος 2017
- Μάιος 2017
- Απρίλιος 2017
- Μάρτιος 2017
- Φεβρουάριος 2017
- Ιανουάριος 2017
- Δεκέμβριος 2016
- Νοέμβριος 2016
- Οκτώβριος 2016
- Σεπτέμβριος 2016
- Αύγουστος 2016
- Ιούλιος 2016
- Ιούνιος 2016
- Μάιος 2016
- Απρίλιος 2016
- Μάρτιος 2016
- Φεβρουάριος 2016
- Ιανουάριος 2016
- Δεκέμβριος 2015
- Νοέμβριος 2015
- Οκτώβριος 2015
- Σεπτέμβριος 2015
- Αύγουστος 2015
- Ιούλιος 2015
- Ιούνιος 2015
- Μάιος 2015
- Απρίλιος 2015
- Μάρτιος 2015
- Φεβρουάριος 2015
- Ιανουάριος 2015
- Δεκέμβριος 2014
- Νοέμβριος 2014
- Οκτώβριος 2014
- Σεπτέμβριος 2014
- Αύγουστος 2014
- Ιούλιος 2014
- Ιούνιος 2014
- Μάιος 2014
- Απρίλιος 2014
- Μάρτιος 2014
- Φεβρουάριος 2014
- Ιανουάριος 2014
- Δεκέμβριος 2013
- Νοέμβριος 2013
- Οκτώβριος 2013
- Σεπτέμβριος 2013
- Αύγουστος 2013
- Ιούλιος 2013
- Ιούνιος 2013
- Μάιος 2013
- Απρίλιος 2013
- Μάρτιος 2013
- Φεβρουάριος 2013
- Ιανουάριος 2013
- Δεκέμβριος 2012
- Νοέμβριος 2012
- Οκτώβριος 2012
- Σεπτέμβριος 2012
- Αύγουστος 2012
- Ιούλιος 2012
- Ιούνιος 2012
- Μάιος 2012
- Απρίλιος 2012
- Μάρτιος 2012
- Φεβρουάριος 2012
- Ιανουάριος 2012
- Αύγουστος 2011
- Ιούλιος 2011
- Ιανουάριος 2011






